7.5.15

σαν παραμύθι...



Από την Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη, της Αγγελικής Βέλλου-Κάιλ, εκδόσεις Παπαζήση 1978.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με τις πηγές του στα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου του 19ου αιώνα, το λαϊκό μας τραγούδι, το τραγούδι της ελληνικής εργατιάς, κάνει την εμφάνισή του στον Πειραιά τα πρώτα τριάντα χρόνια του αιώνα μας, φουντώνει και ακμάζει απ΄το 1930 ως το 1950, κι από κει και πέρα ξεφτίζει. Το βρυκολάκιασμά του των τελευταίων χρόνων ίσως συνεχιστεί, ώσπου να το θάψουμε σωστά· να λιώσει, να γίνει λίπασμα ενός νέου τραγουδιού που θα μπορέσει να μας ψυχαγωγήσει.
Μια επαρκής μελέτη της εξέλιξης του λαϊκού τραγουδιού, ή μια σωστή εισαγωγή στη ζωή του Μάρκου, πρέπει να καταπιαστεί με το δύσκολο θέμα της διαλεκτικής σχέσης της δημιουργίας του τραγουδιού και της αποδοχής του και χρήσης του από το κοινό του. Ακόμη και η σκιαγράφηση αυτού του φαινομένου παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Χρειαζόμαστε ιστορικό βάθος. Ποιά ήταν π.χ. η ζωή της ελληνικής και μη ελληνικής εργατιάς στα λιμάνια της Πόλης, της Σμύρνης κλπ.; Χρειαζόμαστε ιστορική και λαογραφική δουλειά, όχι μόνο για τα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και για τα λιμάνια του Ελληνικού κράτους, ιδίως τη Σύρα και τον Πειραιά. Χρειάζεται ειδική μουσικολογική ανάλυσητων διαφόρων συνθετών και στυλ καθώς και έρευνα των ανατολικών και δυτικών στοιχείων. Τέλος χρειαζόμαστε μελέτη των συμβόλων και της γλώσσας των τραγουδιών και συσχέτισή τους με την κοινωνική εξέλιξη του λαού μας. Αν θέλουμε βέβαια να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της εξέλιξης του λαϊκου τραγουδιού από βαρύ ζεμπέκικο σε συρτάκι, κι από τον τεκέ στις αμερικανικού τύπου τηλεοπτικές διαφημίσεις της Ολυμπιακής, θα πρέπει να το μελετήσουμε όχι μόνο σαν την κατ' εξοχήν τέχνη της εργατιάς μας, αλλά σε συσχέτιση με την τέχνη, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του Έλληνααστού· κι αυτά όλα σε σχέση με την ιστορία μας και την θέση μας στην παγκόσμιο σκηνή.
Είναι ολοφάνερο ότι η δουλειά αυτή δεν έχει γίνει και ούτε μπορεί να γίνει με ένα πρόλογο ή από έναν άνθρωπο.
Γιατί αυτό το υλικό δεν έχει συγκεντρωθεί και οργανωθεί έτσι; Ίσως γιατί πρέπει να ξεσκαλίσουμε τρία θέματα που μας τρομάζουν και η πνευματική μας δραστηριότητα παραλύει μπροστά τους. Αυτά τα τρία θέματα είναι:
1) Η φύση της εξάρτησής μας από την "Δύση".
2) Η "ανατολίτικη" υφή της νεοελληνικής παράδοσης.
3) Η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας μας.
Μια θαρραλέα και υπεύθυνη αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων είναι απαραίτητη όχι μόνο για να ερευνήσουμε σωστά το λαϊκό τραγούδι, αλλά και για να δούμε καθαρά ποιοί είμαστε, να καταλάβουμε τη ζωή μας του χτες και να ονειρευτούμε το αύριο.

Η ΕΠΟΧΗ

Το λαϊκό μας τραγούδι, τα αστικά μας κέντρα και το Ελληνικό κράτος αναπτύχθηκαν σχεδόν συγχρόνως. Και είναι παράδοξο, αν και ιστορικά τελείως κατανοητό, ότι η εποχή αυτή, που βέβαια αρχίζει από το 1821 και φτάνει μέχρι σήμερα, είναι ακριβώς η εποχή που ο ελληνικός χώρος κατακλύζεται από την οικονομική, πολιτική, και στρατιωτική δύναμη καθώς και από τις μεθόδους και ιδέες της Δύσης.
Το Ελληνικό κράτος από την αρχή θεώρησε την λαϊκή παράδοση ύποπτη γιατί ήταν παράδοση σκλαβιάς, υλικής φτώχειας και πολιτικής αδυναμίας. Όχι μόνο δεν θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενός ακμαίου, μοντέρνου κράτους, αλλά ίσως θα ήταν και εμπόδιο. Η δύναμη, η ακμή ήταν στην Ευρώπη. Πολιτική και οικονομική εξάρτηση από τη Δύση υπήρξε το χαρακτηρηστικό όλων των ελληνικών κυβερνήσεων.Η ανάγκη προσαρμογής σ' αυτήν την εξάρτηση, καθώς και άλλες αιτίες καθόρισαν τόσο την επίσημη εθνική μας στάση όσο και το ποιοί είμαστε. Οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι θεωρήθηκαν το μόνο ίσως στοιχείο στην εθνική μας οντότητα άξιο περηφάνειας και αναγνώρισης. Η εξαφάνιση της ζωντανής παράδοσης του Έλληνα χωριάτη ήταν αναγκαία για να πλησιάσουμε τον μεσουρανούντα δυτικό πολιτισμό.
Στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου είναι πια δεδομένο ότι η "πρόοδος", η δύναμη, δηλαδή κεντρικός κρατικός μηχανισμός, αστική ιδεολογία, τεχνολογία, Ευρωπαϊκή εκπαίδευση, ιδέες, μόδες, αν θα έρθουν στην Ελλάδα, θα έρθουν μόνο μέσω του Ευρωπαϊκού αυτού πολιτισμού.
Ο αστός που έχει τα μέσα να ακολουθήσει αυτό το προσοδοφόρο ρεύμα προς τη δύση έχει κάθε λόγο, ενθάρρυνσηκαι οικονομικό κίνητρο να αποδεχτεί την κουλτούρα της. Όσο πιο πολύ καταλαβαίνει, κατέχει και χρησιμοποιεί με ευκολία τις μεθόδους της, τόσο θα πάει μπροστά οικονομικά. Οικονομική σωτηρία και ασφάλεια βασίζονται όχι μόνο στην αποδοχή αλλά στην οικειοποίηση της δυτικής κουλτούρας. Ο τρόπος που γίνεται αυτό δεν είναι απλός. Η τάξη που καταπίνει αμάσητο τον δυτικό πολιτισμό, δημιουργεί παράλληλα μια ιδεολογία που προσπαθεί να δείξει ότι αυτό δεν είναι άρνηση του παραδοσιακού θησαυρού μας, του ιστορικού εαυτού μας. Όμως βασικά ερωτήματα για τις κύριες αξίες της Δύσης δεν τίθενται και η εκδυτικοποίηση γίνεται βίαια, σαν άλωση της παράδοσης μάλλον παρά σαν γάμος με την παράδοση. Ο σωβινισμός και η πατριδοκαπηλία απλώς συμβαδίζουν με την καταστροφή της λαϊκής παράδοσηςκαι ρίχνουν στάχτη στα μάτια μας.
Αντίθετα με τους αστούς, η τελευταία τάξη στην οικονομικο-κοινωνική ιεραρχία, δεν έχει άμεσο κίνητρο ή ευκαιρία να αποκτήσει και να χρησιμοποιήσει την δυτική κουλτούρα. Η μοίρα τους, και το ξέρουν, είναι συνδεδεμένη με το κάρβουνο που φκιαρίζουν, τα εμπορεύματα που χαμαλεύουν, με τα ζώα που σφάζουν για να καταλωθούν από το δράκο της δυτικοποιημένης αστικής κοινωνίας. Αυτή η τάξη θα θρέφει την μηχανοποιημένη δύναμη όντας πάντα αποκλεισμένη από τη χρήση της και την απόλαυση των αγαθών της. Η θέση τους αυτή στην κοινωνία προσδιορίζει και την στάση τους απέναντι στην καινούρια και κυρίαρχη κουλτούρα. Τη αντικρύζουν μέσα απ' τη δικιά τους πείρα και αντί για το μύθο της προόδου, βλέπουν το τι τους κοστίζει. Ξέρουν ότι πρέπει να μάθουν να ζουν υπηρετώντας το δράκο και να πεθαίνουν τροφοδοτώντας τον, δεν γίνεται αλλοιώς, και αντικρύζουν τον δυτικοαστικό πολιτισμό μοιρολατρικά χωρίς να τον πιστεύουν σαν αξία.
Αναζητώντας στις δικιές τους αξίες συνεχίζουν να αγκαλιάζουν την λαϊκή παράδοση που ψυχορραγεί κάτω από τα πλήγματα της δυτικής κουλτούρας. Οι παραδοσιακές αξίες που διέπουν βασικά θεσμούς οικονομικούς, ξεχαρβαλώνονται πρώτες. Οι οικονομικοί θεσμοί είναι ο άμεσος στόχος της δυτικοποίησης. Το ίδιο γίνεται και με τις τέχνες που είναι στενά συνδεδεμένες με την οικονομία π.χ. υφαντική, μεταλλουργία, ξυλουργική κλπ. Οι εκφραστικές όμως τέχνες (οι τέχνες δηλαδή που χρησιμοποιούν  τον άνθρωπο σαν το βασικό τους μέσο και υλικό), που δεν είναι άμεσα συνδεδεμένες με την οικονομία, παραμένουν ακμαίες και ο νέος προλετάριος τις αγκαλιάζει σαν το μόνο σανίδι που απομένει απ' το ναυάγιο της παράδοσης.
Η εργατική τάξη των νέων πόλεων σ' αυτή την καμπή της ιστορίας μας είναι η μόνη κοινωνική τάξη που συνεχίζει και προωθεί την λαϊκή μας παράδοση. Και οι εκφραστικές τέχνες, το μόνο κλαδί της παράδοσης που δεν χτικιάζει από την επιβολή της δυτικής κουλτούρας, αλλά που μπολιάζεται θετικά και καρποφορεί.
Κι αν αυτό γίνεται μόνο απ' τους ανθρώπους των κατωτέρων τάξεων, όχι γιατί αυτοί είναι πιο ενάρετοι ή καλοί και ικανοί από τους αστούς αλλά γιατί είναι οι μόνοι που οι οικονομικές συνθήκες αφήνουν ελεύθερους, σ' αυτόν τον τομέα της τέχνης και μόνο σ' αυτόν, να δράσουν με πρωτοβουλία και δημιουργικότητα.
Γι' αυτό οι εκφραστικοί τρόποι του λαού (χορός, τραγούδι, λαϊκό Θέατρο, κουβέντα) είναι τα μόνα είδη λαϊκής τέχνης που μεταφυτεύονται και ζουν στην πόλη εκφράζοντας τις νέες συνθήκες και μπολιασμένα με δυτικά στοιχεία και τεχνικές επιδράσεις, γεννούν νέες μορφές.

ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Πως αλλάζει ο κοινωνικός χώρος με τη συρροή στις πόλεις;
Οι πόλεις γεμίζουν ανθρώπους που ανήκαν σ' ένα μικρό κοινωνικό σύνολο. Οι παραδόσεις, οι αξίες κι οι αρχές τους είναι ριζωμένες σ' αυτό το στενό κοινωνικό χώρο. Στην πόλη όσο κι αν μερικοί θεσμοί διατηρούνται μέσα στην οικογένεια και τον στενό κύκλο των φίλων και συμπατριωτών, το κοινωνικό σύνολο του χωριού παύει να υπάρχει σαν μονάδα. Το άτομο έρχεται σε συνεχή επαφή με άλλα άτομα που έχουν τις αξίες τους ριζωμένες σε άλλες πατρίδες. Ο κοινωνικός χώρος γίνεται ανομοιογενής. Η γειτονιά πάει να παίξει το ρόλο του χωριού, όμως μέχρις ένα σημείο. Η ζωή στην πόλη αναγκάζει το άτομο να σταθεί μόνο του.
Αυτή η ατομικοποίηση ξεπηδάει από τη νέα οικονομική οργάνωση. Η αξία του εργάτη είναι ακριβώς το μεροκάματό του. "Ο άνθρωπος στα χρόνια μας με χρήμα σε ζυγιάζει". Οι θεσμοί μέσα από τους οποίους το άτομο μπορούσε να φανεί χρήσιμο στο κοινωνικό σύνολο, μεταφέρονται στο κέντρο, στο κράτος.
Η αξία του ατόμου πρώτα ξεπηδούσε όχι μόνον από την αποδοτική δουλειά για την παραγωγή των υλικών αγαθών που τρέφουν τη ζωή, αλλά και από τη συμμετοχή του στις τέχνες, στις τελετές, στις κοινωνικές εκδηλώσεις επαφής και επικοινωνίας που κρατούν το σύνολο σε ομόνοια και ακμή. Ο προσδιορισμός της προσωπικότητας (θετικά ή αρνητικά) βασιζόταν όχι μόνο σε αξίες παραγωγικότηταςαλλά και αξίες συμμετοχής στο μικρό κοινωνικό σύνολο.
Στην πόλη, η προσφορά στο σύνολο, που συνίσταται στο να είναι κανείς καλός χορευτής, καλός μουσικός, αφηγητής, ή να ξοδεύει το βιός του για τη διοργάνωση συνγκεντρώσεων(πανηγύρια, γάμοι κ.λ.π.) όπου θα συμμετάσχει όλη η κοινότητα αν και συνεχίζεται, χάνει το βαθύτερο νόημά της γιατί η κοινότητα -το χωριό- δεν υπάρχει πια. Αυτή η προσφορά συνεχίζεται μάλλον σαν προσωπική ανάγκη και συνήθεια. Αυτές οι λειτουργίες αφού δεν διοχετεύονται σε ζωντανό σύνολο είτε θα ξεφτίσουν από οικονομικές πιέσεις είτε θα τις εκμεταλλευθεί το οικονομικό σύστημα και θα τις απορροφήσει, όπως π.χ., ήδη άρχισε να γίνεται με τη γιορτή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Έτσι οι αξίες που ξεπηδούν από τη φάμπρικα και από την κοινωνική οργάνωση του μοντέρνου κράτους είναι:
1) Αξία του ατόμου = αξία μεροκάματου. Η προσωπικότητα, το ταλέντο, η παράδοση του ατόμου δεν έχουν καμιά σημασία. Το μεροκάματο βγαίνει από τη σχέση του ατόμου με την "παραγωγική" μηχανή. Μπροστά στη μηχανή όπως μπροστά στην ανάγκη, τα άτομα είναι ίσα και όμοια.
2) Ο χρόνος = χρήμα.
3) Υποταγή, αν όχι πίστη, στο Κέντρο. Αν ο εργάτης υπηρετήσει πιστά τη φάμπρικα, ή ο καθένας το πόστο του, τότε θα έλθει αυτό  που λέμε πρόοδος, που θα καλυτερέψει τη ζωή όλων μας. Πίστη λοιπόν στην πρόοδο, στο μέλλον.
Η νέα οργάνωση παραγωγής και κοινωνίας αναδεικνύει το χρήμα σαν τη μόνη αξία  και αντικαθιστά τη συμμετοχή στο κοινωνικό σύνολο με την υποταγή στο Κέντρο (είτε εργοστάσιο είναι, είτε κράτος, είτε στρατός, είτε φυλακή).
Είναι ολοφάνερο ότι μ' αυτήν την εξομολόγηση η εργατιά σαν τάξη βρίσκεται στο τελευταίο σκαλοπάτι. Το μεροκάματο πότε υπάρχει και πότε όχι. Κι όταν ακόμη υπάρχει είναι μικρό. Το Κέντρο είναι απρόσιτο γι' αυτήν την τάξη. Το Κέντρο μόνο χρησιμοποιεί την εργατιά.
Τρεις τάσεις διακρίνονται απέναντι στο νέο τρόπο ζωής, στην αστική ιδεολογία και τις καινούριες συνθήκες:
1) Οι περισσότεροι εργάτες δέχονται με παράπονο την αξιολόγηση της αστικής κοινωνίας, έστω κι αν έτσι δεν μπορούν να αποφύγουν την αρνητική αξιολόγηση του εαυτού τους. Αποθέτουν την ελπίδα τους στην πρόοδο και με συνεχή και πολύωρη εργασία και στέρηση, αποταμιεύουν τα μέσα να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Έτσι τουλάχιστον τα παιδιά τους θα ξεφύγουν από το κατώτερο σκαλί της κοινωνικής ιεραρχίας και θα περάσουν στην αστική τάξη.
2) Μια άλλη στάση είναι η προσχώρηση στο σοσιαλισμό δηλαδή την κριτική στάση απέναντι στο Κέντρο. Βασικά η λύση αυτή λέει: "Τα προβλήματά μας πηγάζουν απ' το γεγονός ότι η σχέση του Κέντρου προς εμάς είναι σχέση εκμετάλλευσης. Η μόνη σωτηρία, η μόνη δίκαιη λύση βρίσκεται στην ανατροπή αυτού του Κέντρου και στην δημιουργία ενός Κέντρου που θα μας υποστηρίζει και στο οποίο θα συμμετέχουμε".
3) Η τρίτη στάση είναι αυτή που παίρνουν οι μάγκες. Αρνούνται το χρήμα σαν αξία. Η αξία του ατόμου δεν μετριέται με το μεροκάματό του αλλά με την προσωπικότητά του.
Ο χρόνος δεν είναι χρήμα. Μάλλον ο χρόνος που κατ' ανάγκη είναι χρήμα περιορίζεται όσο γίνεται. Και ο μάγκας χρησιμοποιεί την παρέα, το χασίσι, το χορό, την πεννιά, τον έρωτα για να αρνηθεί αυτή την εξίσωση.
Το Κέντρο είναι κακιά μοίρα. Μόνο οι κουτοί ελπίζουν κάτι από το κέντρο. Ο μάγκας το αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι, το ξεγελάει, το υπονομεύει έστω με κίνδυνο, το αγνοεί σα να μην υπάρχει. Ακόμη και στην φυλακή ορθώνει την προσωπικότητά του ενάντια στο απολυταρχικό Κέντρο.

ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΤΟΙ

Τι είναι οι μάγκες σαν κοινωνική ομάδα;
Από την εργατιά ξεπηδάει μια ομάδα που ίσως αποτελείται από τους πιο έξυπνους, πιο ανήσυχους, πιο ανυπότακτους και ίσως πεισματάρηδες, ή ακόμα κι από άτομα με ιδιαίτερες ικανότητες παραδοσιακού τύπου. Αυτή η ομάδα στις πόλεις δημιουργεί έναν τρόπο ζωής σαν αντίδραση στον αστικό.
Στην Ελλάδα μια τέτοια ομάδα ήταν οι μάγκες και πριν απ' αυτούς οι Κουτσαβάκηδες.
Αυτοί δεν είναι αποκλειστικά Ελληνικό φαινόμενο. Κάθε χώρα ανάλογη καμπή της ιστορίας της έχει να μας δείξει παρόμοιες κοινωνικές ομάδες που προβάλλουν αντίσταση στη νέα κουλτούρα ιδεολογική και προσωπική αλλά όχι πολιτική.
Οι μάγκες που ρώτησαν "Τι θα πει μάγκας;" ξέραν πολύ καλά "τι λέει και τι νομίζει ο κόσμος", και στωικά μου δώσαν το δικό τους ορισμό που έχει δυο βασικά στοιχεία:
1) Ο μάγκας ξέρει να ζει. Δηλαδή του αρέσουν τα ωραία. Η μουσική και χορός, η καλή παρέα και το μαύρο, η γυναίκα και η αποχή από τις κραυγαλέες ανάγκες της καθημερινότητας, αποτελούν την ουσία της έννοιας "τα ωραία".
2) Δεν πειράζει κανένα και δεν θέλει να τον πειράζουν. Αυτή η στάση ανοχής απέναντι στον συνάνθρωπό του δεν είναι μόνο ένας τρόπος για να βρει την ησυχία του, είναι βασική αξία που δεν είναι παραδοσιακή. Ξεπροβάλλει από τις συνθήκες ζωής στην πόλη, όπου συνωστίζεται κάθε καρυδιάς καρύδι. Είναι σεβασμός για την προσωπικότητα, είναι πίστη στην πλήρωση που έρχεται σαν αποτέλεσμα προσωπικής εκλογής.
Ο μάγκας για τον εαυτό του έχει διαλέξει, όπως είπαμε, "τα ωραία" και απορρίπτει το κυνήγι του χρήματος. Η δουλειά είναι αναγκαία για την ανεξαρτησία του και για να ζήσει την οικογένειά του. Η οικογένεια συνήθως δεν συμμερίζεται τις αξίες του μάγκα και γι αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται στα "ωραία", πρέπει όμως να είναι "εντάξει", να μην της λείπουν τα μέσα για μια αξιοπρεπή ζωή.
Ο μάγκας, ενώ στο χρήμα είναι ολιγαρκής και ποτέ δεν θα θυσίαζε "τα ωραία" στο κυνήγι του χρήματος, θυσιάζει "το παν" για το μεράκι του, το πάθος του. Σ' αυτό το σημείο έρχεται σε σύγκρουση με "την κοινωνία" που τον βρίζει σαν ελεεινό και σάπιο στοιχείο. Ο μάγκας επιμένει. Αυτό είναι ίσως το πιο σπουδαίο στοιχείο της ανθρωπιάς του. Από την κοινωνία έχει αποκοπεί, δηλαδή από την εξάσκηση δύναμης και εξουσίας. Συνήθως είναι ένας άτεχνος εργάτης, ή κι αν είναι τεχνίτης πάλι η επιρροή του είναι μηδαμινή.
Στη μουσική και το χορό καθώς και στις άλλες εκδηλώσεις του (ντύσιμο. κουβέντα) είναι ελεύθερος όχι μόνο να εκφράσει τον πόνο του για την αδυναμία και τη σκληρή ζωή του αδυνάτου, αλλά να χρησιμοποιήσει όλη του την εξυπνάδα, όλη του την υπομονή, την εφευρετικότητα, τη δίψα του για τάξη, την παράδοσή του και να δημιουργήσει τέχνη. Σ' αυτή την τέχνη διοχετεύει όλες του τις ικανότητες και τα χαρίσματα που το κοινωνικό σύστημα, ακριβώς επειδή τον έταξε στο περιθώριο, υποστηρίζει ότι δεν έχει. Γι αυτό και η τέχνη του είναι τόσο σφοδρή και δυνατή. Είναι η απόδειξη της αξίας του και η άσκηση της ελευθερίας του.
Η τέχνη του είναι απλή, μετρημένη, αυστηρή. Ο τελετουργικός χαρακτήρας αυτής της τέχνης κρατά την ομάδα ζωντανή.
Ο αστός δεν μπορεί να καταλάβει το περιεχόμενο της τέχνης αυτής, που είναι εν μέρει η μιζέρια και οι "φρικαλεότητες" του υποκόσμου και νομίζει ότι οι απόκληροι γλεντούν ακριβώς αυτές τις φρικαλεότητες. Ο αστός έχει μάθει να βλέπει τάξη, μέτρο, εξυπνάδα και ομορφιά μόνο στο δρόμο που οδηγεί στο χρήμα, στη δύναμη, στη σιγουριά. Τυφλά τελείως αγνοεί ότι οι μάγκες χαίρονται την αυστηρή τάξη, ομορφιά και μέτρο της μουσικής και του χορού τους που οι ίδιοι με τη θάλησή τους επέβαλαν σαν απάντηση στο χάος που τους κληροδώτησε η κοινωνία.
Ο Μάγκας ζει πραγματικά στην παρέα του. Η παρέα αντικαθιστά την οργανωμένη γύρω από το Κέντρο κοινωνία. Μέσα στην παρέα όπως και μέσα στο εργοστάσιο, το άτομο βρίσκεται έξω από την οικογένεια, όμως η προσωπικότητά του δεν ισοπεδώνεται, όπως μπροστά στη μηχανή. Στην μαγκιά η προσωπικότητα με όλα της τα χαρακτηρηστικά και τις ιδιοτυπίες είναι ακριβώς η προσφορά του ατόμου στο σύνολο της παρέας. Η παρέα είναι ανομοιογενής. Άλλος είναι από την Κούλουρη, άλλος από τη Σύρα, άλλος απ' την Κρήτη, τη Ρούμελη, τη Θεσσαλία. Κι ο μάγκας που θα καταφέρει να προσφέρει χαρά, παρηγοριά, θάρρος, ζεστασιά, υπομονή, ελπίδα, ρυθμό, τραγούδι, σοφία κ.λ.π., φερμένα από την δική του πατρίδα κι από την δική του παράδοση, με τρόπο που να είναι αποδεκτός, αντιληπτός και θαυμαστός σ' αυτήν την παρέα, αυτός ο μάγκας αναγνωρίζεται.
Αυτό είναι ακριβώς το εργαστήρι των καινούργιων μορφών στο τραγούδι και το χορό. Η παρέα της εργατιάς από όλες τις άκρες και τις γωνιές της χώρας διαμορφώνει στη νέα πόλη μορφές που είναι η ζωντανή συνέχεια της τέχνης της υπάιθρου.
Η ύπαιθρος απογυμνώνεται και πεθαίνει σιγά-σιγά. Ο θάνατος δεν θα έρθει για άλλα 50 ή 100 χρόνια, όμως το χτικιό έχει ριζώσει. Χάνει τα νιάτα της, χάνει το υλικό της, οι αποφάσεις που δημιουργούν τις προϋποθέσεις της ζωής παίρνονται πια στην ετερόφωτη πόλη. Η ύπαιθρος καταντάει απλώς αποθήκη έμψυχου και μη υλικού που θα καταναλωθεί από την πόλη. Το χωριό είναι αδύνατο να συνεχίσει πια την παράδοση. Οι τέχνες παύουν να ανθοβολούν, ξεφτούν και χάνονται.
Στην πόλη η μεσαία τάξη (οι επίδοξοι αστοί και οι αστοί) δεν μπορεί να δημιουργήσει τέχνη. Ο μεσοαστός δεν έχει ρίζες στην κουλτούρα που θαυμάζει και προσπαθεί να κόψει τις πραγματικές του ρίζες, από μίσος για τον χωριάτη εαυτό του. Η σχέση του με την κουλτούρα της δύσης, ίσα που αντέχει να δημιουργήσει ορισμένες καρικατούρες τέχνης που δεν δίνουν νόημα στη ζωή ούτε ψυχαγωγούν. Δημιουργούνται και πατρονάρονται κυρίως από το φόβο και τη ντροπή του πρώην χωριάτη για την παράδοσή του.
Έτσι η μόνη τέχνη που ζει, είναι αυτή που γεννιέται από την παντρειά της λαϊκής παράδοσης με τη νέα πόλη· κουμπάρα είναι η παρέα του μάγκα.
Η μεσοαστική τάξη ασχολείται όχι με την λαϊκή παράδοση αλλά με την καλλιέργεια του ατόμου και την αποστήθιση ή δημιουργία μιας ιδεολογίας που θα βοηθήσει την ταξική της υπεροχή. Επίσης ασχολείται με την διακυβέρνηση της κρατικής και οικονομικής μηχανής. Σιγά σιγά αρχίζει να προβάλλει καλλιτέχνες-άτομα, για τους οποίους όμως η παράδοση της δύσης είναι τουλάχιστον εξίσου και πολλές φορές περισσότερο σημαντική απ' την Ελληνική λαϊκή παράδοση. Το κοινό αυτών των καλλιτεχνών είναι αριθμητικά περιορισμένο γιατί αυτή η τέχνη δεν αποτελεί λειτουργία στον κοινωνικό χώρο, αλλά επικοινωνία ενός ατόμου με ορισμένα άτομα. Γι' αυτό καιστις τέχνες όπου η κοινωνική λειτουργία είναι αδύνατο να διαχωριστεί από την ατομική έκφραση (μουσική, χορός, θέατρο) η τέχνη του μεσοαστού μας δεν έχει και τίποτε άξιο να μας δείξει. Απλώς μασάει και ξαναμασάει ξένα πρότυπα, και σαν αστοί πάντα αισθανόμαστε με κάποια ντροπή ότι ανήκουμε σε λαό "απολίτιστο" γιατί το κοινό αυτών των έργων είναι πάντα ολιγάριθμο και νυσταλέο.
Σε μια - δυο γενιές οι αστοί πικραμένοι και χαμένοι από το ξέκομά τους από τις ρίζες, απογοητευμένοι από την τελική αδυναμία του ατόμου, ανακαλύπτουν σαν άτομα και σαν τάξη την τέχνη της εργατιάς και την εγκολπώνονται. Τα στοιχεία που για τους δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού ήταν συνέχεια ζωντανή της παράδοσης, γι' αυτή τη γενιά αντιπροσωπεύουν ακόρεστη νοσταλγία. Το κοινωνικό στρώμα και υπόβαθρο που έθρεψαν αυτήν την Τέχνη έχουν πια διαβρωθεί. Η πείρα της πάλης (πότε εχθρικής και πότε ερωτικής) ανατολής και δύσης που έδωσε το χαρακτήρα της σ' αυτήν την Τέχνη, δεν είναι η πείρα των βολεμένων αστών. Το πολύ είναι κάτι εξωτικό, κάτι που ανακουφίζει ίσως γιατί απηχεί την γενική πραγματικότητά στον τόπο μας, όμως δεν είναι κάτι στο οποίο συμμετέχουν. Δεν είναι ο δικός τους αγώνας, η δική τους ζωή.
Όταν ο Μάρκος κι όλος ο Πειραιάς τραγουδούσε την Φραγκοσυριανή, το τραγούδι ήταν το ερωτικό ραντεβού στον τόπο του καθενός, όπου το σεριάνισμα κάθε τοποθεσίας με την αγαπημένη κάνουν τον τόπο πιο πολύ πατρίδα. Ο έρωτας ζυμώνεται με το τοπίο.
Τώρα που ακούμε ή και τραγουδάμε "Στη Σέριφο, στην Κάλυμνο, στη Νιό, στη Σαντορίνη..." το τραγούδι μοιάζει με περαστικό ειδύλλιο τουρίστα με τουρίστρια. Γνωρίστηκαν σε κάποια εξαήμερη κρουαζιέρα, έκαναν τα ψώνια τους στις μπουτίκ και διάβασαν ίσως Σεφέρη σε μετάφραση.
Έχουμε σχεδόν φτάσει στο σημείο να βλέπουμε τον τόπο μας με τα μάτια του τουρίστα.
...

4.10.13

σαν ποίμα...



Μπροστά στον κέρσορα
μετεωρίζεται το χέρι
στην προσπάθεια να κλειδοχτυπήσει
σκέψεις

Χάνουμε

Η μέρα όλο και πιο δύσκολη
σ' αυτή τη νέα ζούγκλα
αυτή τη φορά δικιά μας

πεισμένοι πως δεν αλλάζει
πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος
προσπαθούμε να υπομείνουμε
με την προσδοκία να προδίδεται
συνεχώς

γιατί δεν γίνεται
με ευχές και συζητήσεις
λόγια που δεν εννοούμε
όταν θα έπρεπε πράξεις
να είν' ο λόγος μας
από χθες, από προχθές

πόσες λέξεις χρειάζονται
για να νοηθεί
η ανοησία

πόσοι ακόμη στα σύννεφα
πόσο να περιμένουμε
μέχρι στη γης να πέσουν
εδώ που πεθαίνουμε

Οι κυρίες συζητούν
παίρνοντας τσάϊ
Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να πω
καθόλου αυτό
Οι κύριοι καπνίζουν
ένα πούρο στο μπαλκόνι

και λείπει, λες
ο ηγέτης
ο μεσίας
που απ' τη μιζέρια
θα μας πάει στην εδέμ
όπου θα μπορούμε να συνεχίσουμε
να υπάρχουμε
όπως πριν, φευ
χωρίς να το  καταλαβαίνουμε

πόσες φορές να πέσεις
μέχρι να μάθεις να περπατάς

Άγονος βράχος εδώ
χωρίς νερό
χωρίς σκιά
κόπος χωρίς τέλος

12.7.13

6 ιουλίου...

...

27.6.13

γελιόκλαμα ένα πράμα...




Η έννοια που –υποτίθεται- έχει η προχθεσινή (θρησκευτική) πνευματική γιορτή, ουδεμία σχέση έχει με τις αποφάσεις που έχουν παρθεί από τους εκλεγμένους (από κάποιους λίγους από εμάς) πολιτικούς άρχοντες.
Αν δεν ήταν τραγική η κατάσταση των περισσοτέρων, θα μπορούσαμε να κάνουμε "πνεύμα", γελώντας μαζί με το παρδαλό κατσίκι (το οποίο έχει κατουρηθεί από τα γέλια)!

Το βαρέλι όμως όχι μόνο δεν έχει πάτο, αλλά εκεί στα έγκατα που φτάνει, έχει όλο και περισσότερο χαμό.
Όχι όμως χαμός για όλους, φυσικά, όχι για όλους. Έτσι, κάποιοι, συνεχίζουμε να παίζουμε τα γνώριμα παιχνίδια εξουσίας, που πλέον δεν ενδιαφέρουν κανέναν άλλο, παρά εκείνους που πάντα κρύβουν την ανικανότητά τους πίσω από το θράσος των αδίστακτων.
Με το αζημίωτο, φυσικά (και για τους μεν και για τους δε).

Σε πιο μεγάλη κλίμακα, ο δυτικός πολιτισμός ζει το όνειρό του, κι ας κατέληξε εφιάλτης. Το παιχνίδι ανάλογο (ανίκανοι πίσω από αδίστακτους) αλλά σε μεγαλύτερο τραπέζι.
Παραδίπλα, οι ανερχόμενες νέες οικονομίες (!) θέλουν, σώνει και καλά, να ζήσουν κι αυτές το όνειρο. Θέλουν κι εκείνοι να παίξουν. Κι ας είναι εφιάλτης. Δεν είναι όμως για όλους και αυτό έχει σημασία.
Έτσι είναι η ζωή. Φυσική επιλογή!
Φακ δι άδερς.
«Ας πρόσεχαν» όπως πολύ ρεαλιστικά είπε κάποιος, εκλεκτός γιος κάποιου εκλεκτού πρώην, πρόσφατα.

Ίσως γι αυτό γεννήθηκε (στην Ελλάδα) το δράμα, η τραγωδία κι η κωμωδία. Ίσως με τον τρόπο τους οι αρχαίοι να κατανόησαν πως την ύπαρξη μας μπορούμε να την κάνουμε να είναι κυριολεκτικά για γέλια και για κλάματα.
Σίγουρο αποτέλεσμα, όταν «εκλέγουμε»  κάποιους λίγους να αποφασίζουν για τις ζωές όλων.

Η σιωπή δεν είναι ούτε συναίνεση, ούτε αποδοχή (και σίγουρα όχι χρυσός), αλλά δεν εκλαμβάνεται έτσι. Εξ’ άλλου, όλα εκλαμβάνονται όπως βολεύει τον κάθε ένα. Και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που ποικίλει σε διάρκεια, ανάλογα με τη σκοπιμότητα.
Μελλοντικά μπορεί να πούμε το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που λέμε σήμερα, αλλά δεν υπάρχει θέμα αν αυτό απαιτούν οι περιστάσεις!
Χθες  ανήθικος, αύριο ηθικός (και νόμιμος).
Βουαλά!
Εξ’ άλλου, αν το απαιτούν «αι περιστάσεις», βάζουμε τον ασθενή και στο γύψο (για το καλό του, βεβαίως βεβαίως).

Προχθές γελασόκλαψα ή κάπως έτσι…
Ο «ανθρώπινος» πολιτισμός μας μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.
Κλαίω; Γελάω; (...)



μια πρόταση:
η ΕΡΤ (τηλεόραση και ραδιόφωνο) τώρα που είναι πια απαλλαγμένη από τα δεσμά της εξουσίας, να δώσει βήμα (στα στούντιο της αλλά και με ζωντανές καλύψεις) και να προβάλει όσο περισσότερο γίνεται την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, στα σπίτια, στα καταστήματα, στα εργοστάσια, στα νοσοκομεία, παντού! Να ακουστούν απόψεις από όσο γίνεται περισσότερους. Να γίνουν γνωστές δράσεις πολιτών. Να γνωριστούμε καλύτερα.

11.4.13

θέση...



Απόσπασμα από το βιβλίο "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας" του Κ. Καστοριάδη, εκδόσεις "ΚΕΔΡΟΣ" 1978 (σελίδες 137-139).

"...

Έχω την επιθυμία, και αισθάνομαι την ανάγκη, για να ζήσω, μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, μπορώ να ζήσω μέσα σ' αυτήν και να τα βγάζω πέρα - εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σ' αυτή την κοινωνία. Όσο κριτικά κι αν προσπαθώ να κοιτάξω τον ευαυτό μου, ούτε η ικανότητα προσαρμογής μου, ούτε η αφομοίωση της πραγματικότητας από μέρους μου, δεν μου φαίνονται κατώτερες από τον κοινωνιολογικό μέσο όρο. Δεν ζητώ την αθανασία, την πανταχού παρουσία, την παντογνωσία. Δεν ζητώ η κοινωνία να "μου δώσει την ευτυχία"· ξέρω ότι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο στη Δημαρχία ή στο εργατικό Συμβούλιο της γειτονιάς, και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως, κατά πάσα πιθανότητα, θα μου συμβεί και πάλι. Αλλά μέσα στη ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη για μένα και τους άλλους, σκοντάφτω πάνω σ' ένα πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας. Επιθυμώ πρώτα και ζητώ, η δουλειά μου να έχει νόημα, να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητές μου και ταυτόχρονα να εμπλουτίζομαι και να αναπτύσσομαι. Και λέω ότι αυτό το πράγμα είναι δυνατό, με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας, για μένα και τους άλους. Λέω ότι ήδη θα ήταν μια βασική αλλαγή σ' αυτή την κατεύθυνση, αν με άφηναν να αποφασίζω, μαζί με όλους τους άλλους, τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά, πως να το κάνω.

Επιθυμώ να μπορώ, μαζί με όλους τους άλλους, να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία, να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφόρησης που μου δίνεται. Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξή μου ή τη γενική πορεία του κόσμου που ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου ν' αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή και απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε, εγώ και όλοι οι άλλοι, παρά νούμερα σ' ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα, και τελικά η ζωή μου και ο θάνατος μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί.

Ξέρω πάρα πολύ καλά πως η πραγματοποίηση μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, και η ζωή της, δεν θα είναι καθόλου απλές, πως σε κάθε βήμα τους θα συναντούν δύσκολα προβλήματα. Αλλά προτιμώ να καταπιάνομαι με πραγματικά προβλήματα, παρά με τις συνέπειες του παραληρήματος του Ντε Γκωλ, τις κομπίνες του Τζόνσον ή τις μηχανοραφίες του Κρούτσεφ (*). Κι αν έστω, εγώ κι οι άλλοι, συναντούσαμε την αποτυχία σ' αυτό το δρόμο, προτιμώ την αποτυχία σε μια προσπάθεια που έχει ένα νόημα, παρά μια κατάσταση που μένει πριν ακόμα κι απ' την αποτυχία ή τη μη αποτυχία, που μένει γελοία.

Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλον σαν ένα όν όμοιο με μένα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν νούμερο, ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σ' ένα άλλο σκαλοπάτι (αδιάφορο αν κατώτερο ή ανώτερο) της ιεραρχίας των εισοδημάτων και των εξουσιών. Επιθυμώ να μπορώ να τον βλέπω, και να μπορεί να με δει, σαν ένα άλλο ανθρώπινο όν, οι σχέσεις μας να μην αποτελούν πεδίο που να εκφράζεται η επιθετικότητα, ο συναγωνισμός μας να παραμένει μέσα στα όρια του παιχνιδιού, οι συγκρούσεις μας στο μέτρο που μπορούν να λυθούν ή να ξεπεραστούν, να αφορούν πραγματικά προβλήματα και εκβάσεις, να σέρνουν μαζί τους όσο το δυνατό λιγότερο ασυνείδητο, να είναι φορτισμένες όσο το δυνατόν λιγότερο από φανταστικά στοιχεία. Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία μου αρχίζει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί, μόνος μου, δεν μπορώ να είμαι, στην καλύτερη περίπτωση, παρά "ενάρετος εν δυστυχία". Δεν υπολογίζω ότι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους, ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθάριες σαν τις βουνίσιες λίμνες - που άλλωστε ανέκαθεν μου προξενούσαν βαθιά πλήξη. Ξέρω όμως πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν, και να συνυπάρχουν με τους άλλους, και βλέπω πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους.

Ξέρω, βέβαια, πως αυτός ο πόθος μου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σήμερα· κι ούτε θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ενόσω ζω, ακόμη κι αν η επανάσταση γινόταν αύριο. Ξέρω ότι θα ζήσουν μια μέρα άνθρωποι που γι' αυτούς ούτε η ανάμνηση των προβλημάτων που μπορεί σήμερα να μας προξενούν το μεγαλύτερο άγχος δεν θα υπάρχει. Αυτή είναι η μοίρα μου που πρέπει να επωμισθώ, και που επωμίζομαι. Άλλ' αυτό δεν πρέπει να με οδηγήσει ούτε στην απελπισία ούτε στον κατατονικό μηρυκασμό. Έχοντας αυτο τον πόθο, που είναι δικός μου, δεν μπορεί παρά να εργάζομαι για την πραγματοποίησή του. Και ήδη με την εκλογή που κάνω του κύριου ενδιαφέροντος της ζωής μου, μέσα στη δουλειά που του αφιερώνω, για μένα γεμάτη νόημα (ακόμα κι αν συναντώ, και αποδέχομαι, τη μερική αποτυχία, τις αναβολές, τις παρακαμπτήριες, τα καθήκοντα που δεν έχουν νόημα από μόνα τους), με τη συμμετοχή σε μια κοινότητα επαναστατών που επιχειρεί να ξεπεράσει τις αντικειμενοποιημένες και ξενωμένες σχέσεις της κοινωνίας που ζούμε - είμαι σε θέση να πραγματοποιώ μερικά αυτό τον πόθο. Αν είχα γεννηθεί σε μια κομμουνιστική κοινωνία, ίσως η ευτυχία να μου ήταν πιο εύκολη - δεν το ξέρω και ούτε μπορώ να κάνω τίποτε σχετικά μ' αυτό. Δεν θα καθίσω μ' αυτό το πρόσχημα να περνώ τον ελεύθερο χρόνο μου παρακολουθώντας τηλεόραση ή διαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα.

..."

(*) ή, Μέρκελ, Ομπάμα, Πούτιν...

Υπέροχη, κοφτερή, γάργαρη σκέψη.

23.12.12

μια φορά κι έναν καιρό ...



... πριν από πολλά πολλά χρόνια...
...κάπου 500.000... μήνα πάνω, μήνα κάτω …

...κάποιοι από τους προγόνους μας (οι χαϊντελμπεργκένσις) κατευθύνθηκαν προς βορρά και κάποιοι προς νότο.
Τούτοι εδώ οι χαϊντελμπεργκένσις, είναι πολύ όμοιοι με μας, αλλά όχι εντελώς...
Αυτοί που βόρεια πήγαν, εξελίχθηκαν στους νεάντερταλ, άτομα μικρού αναστήματος (1.50μ ύψος) με δυνατή φυσική κατασκευή και αντοχές πέρα από κάθε φαντασία (ζούσαν την εποχή των παγετώνων στους -30·C…). Οι νεάντερταλ εξέλιξαν εκείνα τα χαρακτηριστικά που ήταν απαραίτητα για την επιβίωσή τους σε εκείνες τις ακραίες συνθήκες.
Οι υπόλοιποι, εκείνοι που κατευθύνθηκαν νότια, είχαν να κάνουν όχι με το κρύο αλλά με την ξηρασία! Ήταν τόσο δύσκολες οι συνθήκες που λίγο έλειψε να αφανιστούν… Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή τους, αν και εξελίχθηκαν και αυτοί έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν τις φυσικές απαιτήσεις (πιο ψηλοί, πιο μελαμψοί).
Φτάνοντας στα όρια του αφανισμού, τα άτομα που επιβιώνουν είναι τα πιο γερά, εκείνα που αναπτίσσουν δεξιότητες πιο γρήγορα από άλλους, εκείνα που προσαρμόζονται ταχύτερα.
Ενώ για τους νεάντερλταλ η πετυχημένη συνταγή (δύναμη και αντοχή) ήταν αρκετή για να τους επιτρέψει να επιβιώνουν, για τους άλλους δεν ήταν! Χρειαζόταν ακόμη κάτι επιπλέον... κάτι που θα τους επέτρεπε να προηγηθούν, κατά κάποιο τρόπο, των φυσικών δυσκολιών για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Η ικανότητα να μεριμνήσουν και να προβλέψουν. Έτσι αναπτύχθηκε η φαντασία! Αυτή η εξέλιξη ήταν τόσο ισχυρή που είχε σαν αποτέλεσμα... εμάς! Όχι μόνο μπόρεσαν να επιβιώσουν αλλά εξαπλώθηκαν παντού. Ήταν πλέον θέμα χρόνου να πάνε στο φεγγάρι και όχι μόνο.
Η ουσιαστική διαφορά από τους νεάντερταλ και το χόμο σάπιενς είναι αυτή! Για τους πρώτους, ο κόσμος ήταν αυτό που έβλεπαν και τίποτε άλλο. Για τους δεύτερους υπήρχε και αυτός που μπορούσαν να φανταστούν. Έτσι, π.χ. κάποιος χρωμάτισε βράχους με τη δική του πραγματικότητα.
Οι νεάντερταλ δεν θα μπορούσαν να έχουν καμία τύχη με αυτό το νέο είδος. Μετά από τη συνάντησή τους, περιορίστηκαν και χάθηκαν!


Εκτός από το γεγονός αυτό καθ' αυτό, δηλαδή της φαντασίας που είναι η αιτία της δικής μας ύπαρξης (που από μόνο του μου φαίνεται καταπληκτικό), μπορούμε να κάνουμε μια προέκταση ή προβολή της ιστορίας στο σήμερα. Όντας τέκνα τη φαντασίας...
Αυτό που συμβαίνει σήμερα δε διαφέρει σε γενικές γραμμές από τότε. Απλά είναι άλλο το σκηνικό. Δεν είναι η έρημος, αλλά οι αγορές που αφανίζουν ανθρώπους. Αφού ο άνθρωπος περιόρισε τις φυσικές δυσκολίες ανέπτυξε τεχνητές, δικές του (πιθανόν να ήταν αναπόφευκτο!).
Αισθάνομαι πως θα πρέπει να θυμηθούμε πως διαθέτουμε φαντασία (η οποία εδώ και πάνω από 150.000 χρόνια εξελίσσεται) και να προηγηθούμε -κάποια στιγμή- των δυσκολιών.
Να διευρύνουμε το εγώ στο οποίο έχουμε βυθιστεί τόσο που δεν μπορούμε πια να δούμε τίποτε άλλο (όσο ζόρικο κι αν είναι αυτό!).
Το εγώ το κοινωνικό, το εθνικό, το θρησκευτικό, το ταξικό...
Η υπέρβαση δεν είναι να επιβιώσουν κάποιοι, αλλά όλοι...

Όπως είπε κάποιος, προσπαθώντας να φτάσουμε την ουτοπία, αν κάνουμε δυο βήματα αντιλαμβανόμαστε πως απομακρύνεται κατά δύο βήματα, αν συνεχίσουμε και κάνουμε τρία βήματα, βλέπουμε πως κι αυτή μετακινήθηκε κατά τρία …
η ουτοπία, λοιπόν, δεν υπάρχει για να τη φτάσουμε αλλά για να βαδίζουμε …

1.12.12

Ποια είναι η ερώτηση;…




Δεκέμβρης, 1η, 2012, εικοσικαικάτι μέρες πριν την μαγιακαταστροφή …

Ευτυχώς μας σώσανε για μια ακόμη φορά!
Δεν είναι εκπληκτικό που ο θεός της ελλάδας την έχει προικίσει με τόσους προικισμένους;
Ανεξάντλητος ο κατάλογος, μεγαλύτερος κι από -τον- του Ντον Τζιοβάνι …
Ακόμη μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη της ύπαρξής του!
Χαλλελούια … ή χάλια-χούγια …

Φυσικά, δεν υπάρχει μέριμνα για μας - τον λαό (τζαν τζαν!).
Και γιατί άλλωστε;
Λες και εμείς μεριμνούμε για μας;
Μπας και ξέρουμε τι θα πει μεριμνώ;
Ας το αντιπαρέρθω …

Αλλαγή θέματος …

Τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα (γτπ) -τα οποία σε λίγο θα τρώμε (αν δεν συμβαίνει ήδη) και στην ευρωελλάδα της ευρωThankgodευρώπης- εκτός από αυτά τα καλά, ενέχουν (τουλάχιστον) έναν κίνδυνο όχι και τόσο αμελητέο …
Η ύπαρξη ποικιλίας σε κάποιο συγκεκριμένο σπόρο -όπως και σε κάθε τι- έχει το βασικό χαρακτηριστικό της απομάκρυνσης του κινδύνου της εξαφάνησής του …
Εξηγούμαι: οι ποικιλίες υπάρχουν γιατί οι συνθήκες δεν είναι ίδιες, αλλού έχει πολύ νερό, αλλού λίγο, αλλού έχει περισσότερο κρύο, αλλού λιγότερο κ.τ.λ. έτσι ενυπάρχει η δυνατότητα στο σύστημα (το οποίο αυτοδιαμορφώνεται) να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη κι αν συμβεί μια "καταστροφή" σε κάποιο μέρος του … (αν αρρωστήσουν τα καλαμπόκια της αμερικής δεν θα αρρωστήσουν και εκείνα της ασίας …)
Τα γτπ έχουν λοιπόν αυτό το πρόβλημα. Δεν έχουν ποικιλία. Υπάρχουν αυτά που κατασκευάζονται από τις Μονσάντο. Έτσι λοιπόν ελλοχεύει ο κίνδυνος μια τοπική "καταστροφή" να μολύνει και πιθανόν εξαφανίσει το όλο … (no mam land)!
Δεν θα προσπαθήσω να αποδείξω εδώ αυτά που έχουν αποδειχτεί από ειδικούς, απλά αναφέρω τα παραπάνω για να σκιαγραφήσω μια σκέψη μου …

Σε οικονομικό επίπεδο, κάτι ανάλογο με την εξάλειψη της ποικιλίας των σπόρων λόγω τυποποίησης, είναι -θεωρώ- η παγκοσμιοποίηση. Μια οικονομική μονοκαλλιέργεια (κτο = καπιταλιστικά τροποποιημένη οικονομία).
Έτσι βλέπουμε πως μια καταστροφή στις ΗΠΑ το 2007 διαλύει και θα διαλύει οικονομίες για καιρό …
Αντίστοιχα στην ευρωThankgodευρώπη, αρρώστησε η ελλάδα και άρχισε να φτερνίζεται η ιταλία κ.ο.κ.
Δεν ενδιαφέρει αν υπάρχουν συμφέροντα που τραβάν δεξιά, αριστερά, πάνω ή κάτω …
Είναι σα να λέμε για τα γτπ πως δεν είναι δίκαιο να υπάρχουν ασθένειες ή έντομα που να τα επιτίθενται … τουλάχιστον χαζό …
(ή το "Γιατί να συμβαίνουν αυτά σε μένα;" Χαζό!)
Υπάρχουν και συμβαίνουν.
Σήμερα τυχαίνει να είμαστε εμείς, αλλά αυτό δεν έχει επίσης σημασία, προχτές ήταν η αιθιοπία αλλά και πάλι δεν είχε σημασία …
και αντιπροχθές ...

Άρα, ποια είναι η ερώτηση;
(μπας και δώσουμε την κατάλληλη απάντηση)...

11.11.12

14Ν...



Δεν ανασαίνεις; Ούρλιαξε!
(επιτέλους...)

15.6.12

το μη χείρον... χείριστον;




Η γερμανική έκδοση των Financial Times μας προτρέπει να ψηφίσουμε Ν.Δ...

Επειδή ήδη έχει απαντηθεί εδώ και αλλού πιστεύω, δεν θα πω κάτι περισσότερο εκτός του τίτλου τούτης της ανάρτησης...

9.6.12

αχρείαστοι ελλειπείς ερμηνευτές μηνυμάτων...


Όταν χρειάζεται να πιαστείς από κάπου, πιάνεσαι από εκεί που νομίζεις πως μπορείς να κρατηθείς...
Για κάποιους είναι η πίστη. Για άλλους είναι η ιδεολογία. Για κάποιους άλλους πάλι, οι αγορές· για άλλους αυτό που τους λένε άλλοι... κ. λ. π.

Για μένα είναι η σκέψη. Η δική μου. Όπως διαμορφώνεται από τις γνώσεις και εμπειρίες που έχω, από τις διαπιστώσεις που κάνω με την αντίληψη που έχω για το γίγνεσθαι καθώς και από τα συναισθήματα που γεννιούνται από όλα τα παραπάνω... (και όχι μόνο...)

Παίρνω τη φράση από αρχηγό κόμματος -είναι απλά ενδεικτική- "Δεν θα αλλάξουμε ποτέ τη στάση μας".
Αν αναρωτηθούμε: "Είναι αληθής ή ψευδής αυτή η πρόταση", τι απάντηση θα δίναμε;
Μου έρχεται αβίαστα το ψευδής. Δεν υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει ποτέ!

Έτσι εύκολα έχει περάσει στην καθημερινότητα η κενολογία, η οποία χρειάζεται την γλωσσική ταχυδακτυλουργική για να μπορέσει να υπάρξει...
Έτσι βρισκόμαστε (μας βάζουνε) μπροστά σε διλήμματα του τύπου "έξω ή μέσα;", "σωτηρία ή καταστροφή", "οπισθοδρόμηση ή ανάπτυξη"... Θα μας φάει τελικά ο κακός λύκος ή θα μείνουμε στο μαντρί;
Φυσικά η χρήση της κενολογικής γλώσσας διαμορφώνει αναλόγως τις δυναμικές που διατρέχουν τη διαδικασία της εξέλιξης μας... και τα συμβάντα είναι αποτελέσματα της στάσης μας...
Το ερώτημα στο οποίο επικεντρώνω την προσοχή μου είναι το εξής: Αποδεχόμαστε το γεγονός, τα σιτηρά π.χ., να είναι χρηματιστηριακό είδος;
Γενικά, επιτρέπουμε (ναι, επιτρέπουμε!) να μπορούν κάποιοι να τζογάρουν με αγαθά που αφορούν στη διατροφή του πλανήτη; (γιατί οι νόμοι δεν δόθηκαν και άρα τέλος, αυτοί είναι· αλλά γράφονται και γι' αυτό αλλάζουν...)
Κατ' επέκταση, αποδεχόμαστε το γεγονός πως οι αγορές έχουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος από τις κοινωνίες;
Δεν μπορώ να το δεχτώ. Ούτε να το καταλάβω.
Έχω καταλάβει κάπως τη συνάρτηση ζ..., κάπως τη θεωρία χορδών, κάπως την τοπολογία αλλά αυτό με τίποτα...
Κι όμως υπήρξαν πολιτικοί που περηφανεύτηκαν πως ξενύχτισαν για να αποφασίσουν, για να προλάβουν το "άνοιγμα" των αγορών την επόμενη μέρα...

Άρα αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να βρούμε (αν δεν το βρήκαμε ακόμη) και να προσπαθήσουμε προς εκείνη την κατεύθυνση που ανατρέπει την φαινομενοκενολογία, εγχώρια και αλλοδαπή...

Σ' αυτό θα πρέπει να βρούμε συμμάχους παντού. Στην ευρώπη, στην αμερική, στην ασία, σύνολο 5 ήπειροι και 7 θάλασσες...

Αν θέλουμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε σαν πολιτισμένοι χρειάζεται να δημιουργούμε πολιτισμό όλοι μας... Αλλιώς είμαστε απλά τεχνολογικά προηγμένοι (και ούτε καν πολύ), που δεν είναι καθόλου το ίδιο...
Να αναζητήσουμε τη δημιουργία μιας κοινωνίας των λαών. Όχι λαϊκής, λαϊκίζουσας ή λαϊκίστικης... με πλήρη την έννοια της λέξης “κοινωνία”.

Με συναίσθηση του που βρισκόμαστε! (πάνω σ' έναν ασπρογάλανο ζωντανό πλανήτη, σ' ένα κοινό ηλιακό σύστημα περιφερόμενο μέσα σε ένα μέσο, περιπλανώμενο γαλαξία ανάμεσα σε κάποια τρις άλλους... μέσα σ' ένα σύμπαν, πιθανόν ένα από άπειρα άλλα... ω, ναι!...) 

Άρα;

Άρα, μήπως θα πρέπει να αναθεωρήσουμε το "σύμπαν";